θησαύριση

θησαύριση
η (Μ θησαύρισις) [θησαυρίζω]
1. θησαύρισμα, αποταμίευση, απόκτηση θησαυρού, πλουτισμός
2. (ειδ. για φιλολ. συναγωγές) συγκέντρωση, συναγωγή, συλλογή («θησαύριση λέξεων»)
μσν.
μτφ. πλησμονή αγαθοεργίας («θησαύρισις ἀγαθῶν ἔργων», Θεόδ. Στουδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • θησαύριση — η απόκτηση θησαυρού, πλούτου, η αποταμίευση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θησαυρισμός — ο (Α θησαυρισμός) [θησαυρίζω] το να θησαυρίζει, να αποταμιεύει, να φυλάει κανείς κάτι, θησαύριση αρχ. διατήρηση, συγκράτηση («θησαυρισμὸς ὀσμῶν», Θεόφρ.) …   Dictionary of Greek

  • θησαυρομανία — θησαυρομανία, ἡ (Α) μανιώδης επιθυμία για θησαύριση για πλούτο …   Dictionary of Greek

  • θησαύρισμα — το, ατος 1. θησαύριση. 2. τα πλούτη που θησαύρισε κάποιος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”